Η ελπίδα συνδέεται με την υπομονή . Η υπομονή συνδέεται με τη δοκιμή , με τη δοκιμασία . Η δοκιμασία συνδέεται με τους πειρασμούς . Υπάρχει άνθρωπος Χριστιανός απείραστος στη ζωή ; Όχι . Άρα οι πειρασμοί και τα θλιβερά της ζωής κατεργάζονται τη δοκιμασία , μας δοκιμάζουν , όπως δοκιμάζεται ο σίδηρος και το χρυσάφι στη φωτιά , στο χωνευτήρι ! Η δοκιμή κατεργάζεται την υπομονή και η υπομονή την ελπίδα και "η ελπίς ου καταισχύνει" τον Κύριον. Δεν ντροπιάζει ούτε εμένα , που ελπίζω στον Θεό ούτε ντροπιάζεται και ο Θεός σ` αυτά , που υποσχέθηκε. 'Αρα η ελπίδα μας μένει ακλόνητη και σταθερή .
από το βιβλίο Ανασασμοί σωτηρίας
Εωράκαμεν
Μια κυρία ογδόντα έξι ετών μιλάει για την "έρημο"
Μια κυρία ογδόντα έξι ετών επισκέφθηκε ένα μοναστήρι. Διαπίστωσαν λοιπόν, στην όλη της συμπεριφορά, και στον τρόπο της, που συνοδεύετο από τον γιό της, εξήντα δύο ετών, διανοητικώς ανάπηρον, διαπίστωσαν ότι αυτή είχε Χάριν Θεού. Και σαν μοναχές δεν έπρεπε να κάνουν αυτή την ερώτηση που έκαναν, αλλά εν τούτοις όμως την έκαναν, διότι ο άνθρωπος της Θείας Χάριτος, φαίνεται, διακρίνεται, οσφραίνεται, μυρίζεται, τον καταλαβαίνεις τον άνθρωπο όταν έχει Χάριν Θεού. Και θέλεις να ακούσεις ένα λόγο.
Τη ρώτησαν λοιπόν, «Πώς θα σωθούμε; »
Η απάντησή της ήταν έτσι, ε, και λόγω ηλικίας, δεν είχε και δόντια, ψεύδιζε λιγάκι, αλλά ήταν η εξής: «Στην έρημο».
-Καλά εμείς είμαστε μοναχές. Είμαστε στην έρημο, μακριά απ’ τον κόσμο. Αλλά εδώ, από το πλήθος αυτών των ανθρώπων εδώ, όλοι μας δηλαδή, κληρικοί, λαϊκοί, και μοναχοί, πώς θα σωθούμε;
- Στην έρημο.
- Τι θα πει "στην έρημο";
- Μάτια έχετε και να μη βλέπετε.
- Αυτιά έχετε και να μην ακούτε.
- Στόμα έχετε και να μην μιλάτε.
Τα ίδια αυτά λόγια, κατά, μπορώ να πω σύμπτωση, κατά θείαν χάριν, κατά θείαν πρόνοιαν, την προηγουμένη ημέρα, τα είχα διαβάσει στο Μέγα Μακάριο. Ακριβώς τα ίδια. Ότι η σωτηρία έγκειται στο πως βλέπει ο άνθρωπος,
που έχει μάτια αλλά να μην βλέπει το κακό παρά μόνον το καλό.
Που έχει αυτιά αλλά να μην ακούει το κακό, παρά μόνον το καλό και το αγαθό. Και νάχει στόμα,
που νάναι γλυκό, γεμάτο καλοσύνη και ευγένεια, που δεν την έχουμε.
http://agia-varvara.blogspot.com/2008/05/blog-post_28.html
Τη ρώτησαν λοιπόν, «Πώς θα σωθούμε; »
Η απάντησή της ήταν έτσι, ε, και λόγω ηλικίας, δεν είχε και δόντια, ψεύδιζε λιγάκι, αλλά ήταν η εξής: «Στην έρημο».
-Καλά εμείς είμαστε μοναχές. Είμαστε στην έρημο, μακριά απ’ τον κόσμο. Αλλά εδώ, από το πλήθος αυτών των ανθρώπων εδώ, όλοι μας δηλαδή, κληρικοί, λαϊκοί, και μοναχοί, πώς θα σωθούμε;
- Στην έρημο.
- Τι θα πει "στην έρημο";
- Μάτια έχετε και να μη βλέπετε.
- Αυτιά έχετε και να μην ακούτε.
- Στόμα έχετε και να μην μιλάτε.
Τα ίδια αυτά λόγια, κατά, μπορώ να πω σύμπτωση, κατά θείαν χάριν, κατά θείαν πρόνοιαν, την προηγουμένη ημέρα, τα είχα διαβάσει στο Μέγα Μακάριο. Ακριβώς τα ίδια. Ότι η σωτηρία έγκειται στο πως βλέπει ο άνθρωπος,
που έχει μάτια αλλά να μην βλέπει το κακό παρά μόνον το καλό.
Που έχει αυτιά αλλά να μην ακούει το κακό, παρά μόνον το καλό και το αγαθό. Και νάχει στόμα,
που νάναι γλυκό, γεμάτο καλοσύνη και ευγένεια, που δεν την έχουμε.
http://agia-varvara.blogspot.com/2008/05/blog-post_28.html
Ο άσπλαχνος τελώνης και το καρβέλι με το ψωμί
Θα διαβάσω εδώ ένα γεγονός το οποίον το ’γραψε και το περιοδικό των πολυτέκνων.
Υπήρξε κάποιος τελώνης με το όνομα Πέτρος. Κι ήταν αξιωματούχος και πατρίκιος και διοικητής όλης της Αφρικής, επί της εποχής του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, γύρω στο 530 μ.Χ.
Κάποτε λοιπόν, την ώρα που βάδιζε στο δρόμο, τον πλησίασε ένας ταλαίπωρος ζητιάνος, και του ζητούσε με πολλή επιμονή ελεημοσύνη. Αλλά κείνος διεκρίνετο για την ασπλαχνία του και την σκληροκαρδία του, και μπροστά στην επιμονήν του, για να τον ξεφορτωθεί, άρπαξε ένα καρβέλι ψωμί που κουβαλούσε ο δούλος του δίπλα, και αυτό το ψωμί, αντί για πέτρα, το πέταξε στο κεφάλι του. Όταν το καρβέλι με το ψωμί έπεσε κάτω, η φραντζόλα όπως θα λέγαμε, το άρπαξε ο πεινασμένος ζητιάνος και έφυγε τρέχοντας. - Και προχθές σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, είδα μία νάιλον γεμάτη ψωμί. Πιστεύω ότι κάποτε θα έρθει η ώρα του Θεού να μας τιμωρήσει. -
Μετά δύο μέρες ο άσπλαχνος τελώνης, αρρώστησε βαριά, και είδε στον ύπνο του ένα φοβερό όραμα. Είδε ότι κρινόταν ενώπιον του Δικαίου Κριτού, του Χριστού, και τα έργα του ζυγίζονταν σε μια ζυγαριά. Αριστερά του στεκόταν οι δαίμονες, που έβαζαν στην πλάστιγγα όλα τα αμαρτήματά του. Και βέβαια η πλάστιγγα έγερνε αποκλειστικά και μόνον προς τη δική τους πλευρά. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν κάποιοι άγγελοι, αλλά δεν είχαν τίποτα να δώσουν για να βάλλουν στην άλλη πλευρά της πλάστιγγος, κάτι καλό. Τελικά με δισταγμό, ένας άγγελος έβαλε ένα καρβέλι ψωμί, πού ’ταν εκείνο με το οποίον ο άσπλαχνος τελώνης κτύπησε οργισμένος και καταγανακτισμένος το ζητιάνο στο κεφάλι, και μόνον εκείνο το ψωμί, έκανε την πλάστιγγα να γύρει δεξιά.
Τότε ο Πέτρος ο τελώνης, συνήλθε από το όραμα συγκλονισμένος, κατάλαβε την αξία και την δύναμιν, της πίστεως εις τον Χριστόν, που δίδαξε το «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται», και αμέσως διέθεσε όλα του τα πλούτη στους φτωχούς, παλαιότερα σαν τον Ζακχαίο τον τελώνη, ή τον μετέπειτα Ματθαίο - και αυτός τελώνης και Ευαγγελιστής, - ακόμα και τα ενδύματά του.
Σε κάποιο άλλο όνειρο, όραμα, τι ήταν, είδε τον Χριστό να φοράει τα ρούχα του, αφού κι αυτά τα διέθεσε για ελεημοσύνες. Και έτσι μη έχοντας τίποτε άλλο, πουλήθηκε ως δούλος σε έναν χρυσοχόο, και τα χρήματα που πήρε τα έδωσε και αυτά σε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Αλλά επειδή κινδύνευε να γνωριστεί ποιος ήταν, ήθελε να φύγει απ’ τον κύριό του, ο οποίος βέβαια είχε ως θυρωρό έναν κωφάλαλο. Απευθύνθηκε λοιπόν σ’ αυτόν, μη γνωρίζοντας ότι είναι κωφάλαλος, και τον παρακαλούσε στο όνομα του Ιησού Χριστού, του έλεγε «σε παρακαλώ, άνοιξέ μου την πόρτα». Τότε έγινε και άλλο θαύμα. Άνοιξαν τα αυτιά και η γλώσσα του κωφαλάλου, του βουβού, ο οποίος περιχαρής άνοιξε την πόρτα και ο δούλος έφυγε.
Τελικά κατέφυγε στα Ιεροσόλυμα, και από κει στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απεβίωσε στην συνοικία Βόσου, όπου ήταν και το σπίτι του.
Από το συναξάρι του μηνός Ιανουαρίου, στις 20 Ιανουαρίου, μαζί με την μνήμη του Οσίου Ευθυμίου του μεγάλου, τιμάται και η μνήμη του μακαρίου Πέτρου του τελώνου.
Όταν δίνουμε κάποια ελεημοσύνη ας θυμώμεθα και λιγάκι και αυτόν τον τελώνη, και το πεταμένο ψωμί, το οποίο εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι του ζητιάνου, και παρόλον που έχομε το «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός», εν τούτοις όμως και αυτό το έλαβε υπόψιν του, αφού αμοίβει και την προσφορά ενός ποτηριού ψυχρού ύδατος.
http://agia-varvara.blogspot.com/2008/05/blog-post_28.html
Υπήρξε κάποιος τελώνης με το όνομα Πέτρος. Κι ήταν αξιωματούχος και πατρίκιος και διοικητής όλης της Αφρικής, επί της εποχής του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, γύρω στο 530 μ.Χ.
Κάποτε λοιπόν, την ώρα που βάδιζε στο δρόμο, τον πλησίασε ένας ταλαίπωρος ζητιάνος, και του ζητούσε με πολλή επιμονή ελεημοσύνη. Αλλά κείνος διεκρίνετο για την ασπλαχνία του και την σκληροκαρδία του, και μπροστά στην επιμονήν του, για να τον ξεφορτωθεί, άρπαξε ένα καρβέλι ψωμί που κουβαλούσε ο δούλος του δίπλα, και αυτό το ψωμί, αντί για πέτρα, το πέταξε στο κεφάλι του. Όταν το καρβέλι με το ψωμί έπεσε κάτω, η φραντζόλα όπως θα λέγαμε, το άρπαξε ο πεινασμένος ζητιάνος και έφυγε τρέχοντας. - Και προχθές σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, είδα μία νάιλον γεμάτη ψωμί. Πιστεύω ότι κάποτε θα έρθει η ώρα του Θεού να μας τιμωρήσει. -
Μετά δύο μέρες ο άσπλαχνος τελώνης, αρρώστησε βαριά, και είδε στον ύπνο του ένα φοβερό όραμα. Είδε ότι κρινόταν ενώπιον του Δικαίου Κριτού, του Χριστού, και τα έργα του ζυγίζονταν σε μια ζυγαριά. Αριστερά του στεκόταν οι δαίμονες, που έβαζαν στην πλάστιγγα όλα τα αμαρτήματά του. Και βέβαια η πλάστιγγα έγερνε αποκλειστικά και μόνον προς τη δική τους πλευρά. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν κάποιοι άγγελοι, αλλά δεν είχαν τίποτα να δώσουν για να βάλλουν στην άλλη πλευρά της πλάστιγγος, κάτι καλό. Τελικά με δισταγμό, ένας άγγελος έβαλε ένα καρβέλι ψωμί, πού ’ταν εκείνο με το οποίον ο άσπλαχνος τελώνης κτύπησε οργισμένος και καταγανακτισμένος το ζητιάνο στο κεφάλι, και μόνον εκείνο το ψωμί, έκανε την πλάστιγγα να γύρει δεξιά.
Τότε ο Πέτρος ο τελώνης, συνήλθε από το όραμα συγκλονισμένος, κατάλαβε την αξία και την δύναμιν, της πίστεως εις τον Χριστόν, που δίδαξε το «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται», και αμέσως διέθεσε όλα του τα πλούτη στους φτωχούς, παλαιότερα σαν τον Ζακχαίο τον τελώνη, ή τον μετέπειτα Ματθαίο - και αυτός τελώνης και Ευαγγελιστής, - ακόμα και τα ενδύματά του.
Σε κάποιο άλλο όνειρο, όραμα, τι ήταν, είδε τον Χριστό να φοράει τα ρούχα του, αφού κι αυτά τα διέθεσε για ελεημοσύνες. Και έτσι μη έχοντας τίποτε άλλο, πουλήθηκε ως δούλος σε έναν χρυσοχόο, και τα χρήματα που πήρε τα έδωσε και αυτά σε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Αλλά επειδή κινδύνευε να γνωριστεί ποιος ήταν, ήθελε να φύγει απ’ τον κύριό του, ο οποίος βέβαια είχε ως θυρωρό έναν κωφάλαλο. Απευθύνθηκε λοιπόν σ’ αυτόν, μη γνωρίζοντας ότι είναι κωφάλαλος, και τον παρακαλούσε στο όνομα του Ιησού Χριστού, του έλεγε «σε παρακαλώ, άνοιξέ μου την πόρτα». Τότε έγινε και άλλο θαύμα. Άνοιξαν τα αυτιά και η γλώσσα του κωφαλάλου, του βουβού, ο οποίος περιχαρής άνοιξε την πόρτα και ο δούλος έφυγε.
Τελικά κατέφυγε στα Ιεροσόλυμα, και από κει στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απεβίωσε στην συνοικία Βόσου, όπου ήταν και το σπίτι του.
Από το συναξάρι του μηνός Ιανουαρίου, στις 20 Ιανουαρίου, μαζί με την μνήμη του Οσίου Ευθυμίου του μεγάλου, τιμάται και η μνήμη του μακαρίου Πέτρου του τελώνου.
Όταν δίνουμε κάποια ελεημοσύνη ας θυμώμεθα και λιγάκι και αυτόν τον τελώνη, και το πεταμένο ψωμί, το οποίο εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι του ζητιάνου, και παρόλον που έχομε το «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός», εν τούτοις όμως και αυτό το έλαβε υπόψιν του, αφού αμοίβει και την προσφορά ενός ποτηριού ψυχρού ύδατος.
http://agia-varvara.blogspot.com/2008/05/blog-post_28.html
Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:
-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.
Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
-Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Από το βιβλίο ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΠΟΡΕΙΑ.
Το ηλεκτρονικό κείμενο το βρήκαμε στην διεύθυνση : http://nefthalim.blogspot.com/2012/02/blog-post_8509.html
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:
-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.
Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
-Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Από το βιβλίο ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΠΟΡΕΙΑ.
Το ηλεκτρονικό κείμενο το βρήκαμε στην διεύθυνση : http://nefthalim.blogspot.com/2012/02/blog-post_8509.html
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
